Οσο υπάρχουν Λιάνες υπάρχει ελπίδα

(αναδημοσίευση από Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011)

Από τη Λιάνα Βλάση-Βραχλιώτη, κερκυραία συμπολίτισσα και φίλη αγαπημένη, που ξέρει να γράφει καλύτερα από μένα, έλαβα το κείμενο που ακολουθεί, το οποίο με την άδειά της αντιγράφω,

«Οι κολασμένοι στο νησί του παραδείσου».

«Μουσταφά, Γιασίν, Αμπτού στην Κέρκυρα.

Το πρωί, στο Σαρόκο μήπως τύχει κανένα μεροκάματο, στο λιμάνι μήπως τύχει καμιά νταλίκα…

Το βράδυ χάνονται σαν τα πουλιά, στα ερείπια της πόλης.

Της πόλης που δεν επέλεξαν για προορισμό.

Της πόλης της οποίας την ύπαρξη αγνοούσαν, μέχρι τη στιγμή που ξεβράστηκαν πάνω της.

Και η πόλη, που κι αυτή αγνοούσε την ύπαρξή τους μέχρι τότε, αντιδρά ποικιλότροπα.

Για τις αρχές, η Κέρκυρα δεν έχει χαρακτηριστεί κέντρο υποδοχής μεταναστών.

Η μεγαλοψυχία τους περιορίζεται στο να ανέχονται την ύπαρξή τους.

Ετσι κι αλλιώς δεν έχουν τι άλλο να τους κάνουν, εγκλωβισμένες κι αυτές στην απόφαση του Δουβλίνου της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αυτό σημαίνει πως η πρότασή τους διαμορφώνεται ως εξής:

Κάντε πως δεν τους βλέπετε. Μην σκέφτεστε πως υπάρχουν, πεινάνε, κρυώνουν, δεν έχουν πού να κάνουν ένα μπάνιο και τη σωματική τους ανάγκη. Κάποιοι εναρμονίζονται χωρίς πρόβλημα με αυτή την επίσημη “θέση”.

Κάποιοι προσθέτουν τον παράγοντα του κινδύνου.

Τι κι αν τα στοιχεία της αστυνομίας δεν αποδεικνύουν πως η αύξηση της εγκληματικότητας οφείλεται σε αυτούς;

Πώς να πολεμήσουν τα στερεότυπα του κακού μελαψού, το φόβο που προκαλούν οι πεινασμένες σκιές που ψαρεύουν στον Ποταμό για να φάνε και τα μάτια τους γυαλίζουν στο σκοτάδι;

Κάποιοι άλλοι αντιδρούν. Και προσπαθούν να τους ταΐσουν και να τους ντύσουν.

Γιατί;

Ισως κάποιες ανάλογες καταστάσεις που πέρασαν οι πατεράδες ή οι παππούδες τους, στον πόλεμο ή στην ξενιτιά.

Ισως για να διασκεδάσουν τις δικές τους ενοχές του χορτάτου Ευρωπαίου.

Ισως πάλι, απλά , γιατί κάποτε διάβασαν Βίκτορα Ουγκό.

Ετσι, πήρα κι εγώ την κατσαρόλα μου και πήγα.

Ενας μεσήλικας ανάμεσα στους κατά πλειοψηφία νεαρούς, μου κίνησε την περιέργεια. Ηξερε λίγες λέξεις ελληνικά.

– Από πού είσαι;

– Αφγανιστάν

– Γιατί εδώ;

– Δυο γυναίκες. Οκτώ παιδιά. Οχι δουλειά. Οχι λεφτά.

Το καμπανάκι του δικού μου στερεότυπου χτύπησε κόκκινο. Εβαλα τα γέλια.

– Με τόσες γυναίκες και παιδιά, σε καταλαβαίνω που την κοπάνησες, του είπα.

Πλένω την κατσαρόλα στο νεροχύτη. Ο διάλογος μου ξανάρχεται στο μυαλό.

Α, ρε Μουσταφά -σκέφτομαι- που πίστεψες για μια στιγμή πως βρήκες κάποιον να μοιραστείς την αγωνία σου!

Ανοίγω το νερό να τρέξει περισσότερο. Μήπως με τα υπολείμματα της φακής, ξεπλύνει και τις δικές μου ενοχές. Που έβαλα τα γέλια, που έκρινα τους άλλους και τα στερεότυπά τους.

Λιάνα Βραχλιώτη

ΥΓ.: Οποιος θέλει να βοηθήσει, θα μας βρει Τετάρτη και Σάββατο στις 12 το μεσημέρι, στο περίπτερο της ΕΛΠΑ στο Μαντούκι».

Το παραπάνω κείμενο το παραθέτω όχι για να προβάλω την αναγκαιότητα της ελεημοσύνης που εδώ και λίγες Κυριακές κατηγόρησα ως ανεπαρκή αν όχι και παραπλανητική, ούτε βεβαίως διότι πιστεύω ότι με τέτοιες δράσεις μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της μετανάστευσης. Το παραθέτω διότι διαβάζοντάς το κάτι σκίρτησε μέσα μου, και με γέμισε ελπίδα.

Και αυτό οφείλεται στο ότι το σημείωμα αυτό αποτελεί απόδειξη ότι σε μια περίοδο ρινοκεριάδας, που παίρνει το χαρακτήρα επικίνδυνου τσουνάμι, πέρα από τις αναγκαίες, παρ’ όλα τα κουσούρια τους, οργανωμένες φωνές, συνεχίζουν να υπάρχουν και άλλες διάσπαρτες, ανεξάρτητες και αυθόρμητες, φωνές ανθρωπιάς, αλληλεγγύης , κοινωνικότητας, ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι δηλαδή φιλάνθρωποι με την κυριολεξία της λέξης, που με λόγια και έργα αντιστέκονται και ονειρεύονται μια άλλη κοινωνία , και όσο υπάρχουν τέτοιοι υπάρχει ελπίδα.

Και η ελπίδα αυτή θα συνεχίσει να υπάρχει έστω κι αν το ανώνυμο ανθρωπάκι σε μια ακόμη επίδειξη δογματισμού, που θέλει τη ζωή να ταυτίζεται με τη σεχταριστική κομματική γραμμή, μου διαμηνύει άκουσον άκουσον (!) ότι την «κοινή δράση της αριστεράς που θέλει ο κύριος (αλλά κατά τα άλλα «ψυχωτικός», με «ανικανοποίητα απωθημένα», «παράλογος», «φανατικός αντι-ΚΚΕ») καθηγητής την έχει ξεπεράσει η ζωή»!

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ